arts

/ Συντεντευξεισ /

Κοκκινοσ Βραχοσ

Κόκκινος Βράχος

Ο Κόκκινος Βράχος του Γρηγορίου Ξενόπουλου αναβιώνει ένα φλογερό ειδύλλιο στη Νέα Σκηνή του Εθνικού, με φόντο μια Ελλάδα πολύ διαφορετική, αλλά και παράδοξα ίδια με τη σημερινή.  

Από αριστερά: Δημήτρης Μοθωναίος, Ιωάννα Παππά, Θέμις Μπαζάκα, Θανάσης Ευθυμιάδης και Γιούλικα Σκαφιδά. Make-up: Γρηγόρης Πιρπίλης @ D-Τales, Hair: Νικόλας Βιλλιώτης @ D-Τales, Κοστούμια: Άγγελος Μέντης, Σκηνικά: Εύα Νάθενα, Κοσμήματα: Art Wear Dimitriadis. Επιμέλεια: Μιχάλης Πάντος. 

 

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
να ’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Να ’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

* * *

Δυστυχία σου Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς.
Ω Ελλάς, ηρώων χώρα,
τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Mια μέρα μετά την πρεμιέρα του Κόκκινου Βράχου στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, το άκουσμα των παραπάνω στίχων ήταν για τους θεατές της βραδινής παράστασης η πιο «επίκαιρη» και ενθουσιώδης στιγμή της. Είναι αποσπάσματα από την Ανθολογία της Οικονομίας, την εύστοχη –όσο και επώδυνη– ποιητική σάτιρα του Γεωργίου Σουρή για την Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα, μια χώρα μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το πώς βρήκαν θέση στο έργο –που κατά βάση πραγματεύεται τον έρωτα ενός «απαγορευμένου» ζευγαριού στην ιδιαίτερη πατρίδα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, τη Ζάκυνθο– έχει ως εξής: για τη χρονιά που διανύουμε και την επόμενη, το πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου αναζητάει απαντήσεις στο ερώτημα: Τι είναι η πατρίδα μας; «Ανοίγουμε το κεφάλαιο «Ελλάδα»», σημειώνει στο φετινό πρόγραμμα ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Γιάννης Χουβαρδάς. «Μέσα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία, που τείνει να μας βυθίσει στο τέλμα της σύγχυσης, που γεννά θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον ορισμό και τη συνέχεια της εθνικής μας ταυτότητας, επιχειρούμε να διερευνήσουμε την ουσία και τη δυναμική της, όπως αυτές αποτυπώνονται στην πολιτιστική παρακαταθήκη μας». Με το συγκεκριμένο σκεπτικό, ένα από τα έργα που επιλέχθηκε να ανέβουν ήταν η Φωτεινή Σάντρη του Ξενόπουλου, θεατρική διασκευή της νουβέλας του με τίτλο Ο Κόκκινος Βράχος (1905), την οποία έκανε ο ίδιος μετά από παράκληση της Κυβέλης (1908). Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στη Ρούλα Πατεράκη, η οποία επιμελήθηκε μια νέα σκηνική προσαρμογή σε συνεργασία με τον Άκι Βλουτή, συνδυάζοντας υλικό από την αρχική νουβέλα, το μετέπειτα θεατρικό έργο και την αυτοβιογραφία του συγγραφέα (Η ζωή μου σαν Μυθιστόρημα). Εμβόλιμα παρεμβάλλονται επίσης τραγούδια εποχής, τα οποία –όπως και οι στίχοι του Σουρή– «συνομιλούν» κατά κάποιο τρόπο με την υπόθεση, και ερμηνεύονται –ή απαγγέλλονται– ζωντανά από το θίασο, συνοδεία πιάνου. 

img_6037kokkinosvrahos2_copy.jpg

Η Ιωάννα Παππά υποδύεται στο έργο τη Γιούλια Βρονκίνη, βιώνοντας έναν έρωτα εξίσου απαγορευμένο μ’ εκείνον της πρωταγωνίστριας.

Κεντρικό πρόσωπο του έργου η Φωτεινή Σάντρη, μια κοπέλα στις αρχές του 20ου αιώνα που ζει ανέμελα με τους γονείς και τον αδελφό της στη Ζάκυνθο, σ’ ένα σπίτι με θέα τον Κόκκινο Βράχο. «Η ηρωίδα μου είναι η προσωποποίηση της αθωότητας», λέει η Γιούλικα Σκαφιδά, που την υποδύεται. «Αγνή, αμάθητη στους κοινωνικούς κανόνες και μακριά από την επιτήδευση του αστικού τρόπου ζωής. Η ανεμελιά της όμως κάνει φτερά με την άφιξη του Άγγελου, ο οποίος είναι πρώτος της ξάδελφος. Τον ερωτεύεται, δεν το καταλαβαίνει, και οι συνέπειες είναι δραματικές. Κι εγώ είμαι αθώα, καθόλου καχύποπτη και κάποιες φορές αφελής, όμως η δική της αθωότητα είναι εγκληματική». Απέναντί της, ως υποκινητής των ασυνείδητων αυτών συναισθημάτων, βρίσκεται ο Θανάσης Ευθυμιάδης: «Είμαι ο Άγγελος Μαρίνης κι έχω να δω τους συγγενείς μου 15 χρόνια. Πηγαίνω στη Ζάκυνθο να τους επισκεφθώ και η Φωτεινή, που την ήξερα μωρό, είναι πια 17 ετών. Την ερωτεύομαι, ή μάλλον την ποθώ –είναι λίγο μπερδεμένο μέσα μου– και παίρνω το θάρρος να της το πω όταν μαθαίνω ότι στο νησί υπάρχει κάτι ανάλογο ανάμεσα στον Τώνη και τη Γιούλια Βρονκίνη, επίσης πρώτα ξαδέρφια». Στο ρόλο της Γιούλιας, η Ιωάννα Παππά καταλαβαίνει τι συμβαίνει πριν από την ίδια τη Φωτεινή: «Επειδή ακριβώς οι Σάντρηδες έχουν παιδεία και καλλιέργεια, είναι πολύ ανοιχτοί ως οικογένεια. Οπότε, το ειδύλλιο μεταξύ Άγγελου και Φωτεινής παίρνει πολύ εύκολα χώρο μέσα στο σπίτι, χωρίς οι γονείς να αντιλαμβάνονται κάτι. Μόνο εμείς, που είμαστε υποψιασμένοι εξαιτίας της δικής μας ερωτικής σχέσης, παρατηρούμε ότι αυτό πηγαίνει προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, χωρίς να ελέγχεται». Ως θεατρικός της σύντροφος, ο Δημήτρης Μοθωναίος επισημαίνει ότι τα πράγματα ούτε για κείνους είναι απλά: «Στο νησί δεν είμαστε αποδεκτοί ως ζευγάρι. Για να μπορέσουμε να παντρευτούμε, καταφεύγουμε στην Κωνσταντινούπολη και ζητάμε άδεια από το Πατριαρχείο, ενώ πίσω ακούγονται σχόλια περί αιμομιξίας». Τα κουτσομπολιά μεταφέρει επί σκηνής η μητέρα της Φωτεινής και θεία του Άγγελου, η κυρία Ερμίνα Σάντρη – Θέμις Μπαζάκα: «Είναι μια αστή, ας πούμε, στη Ζάκυνθο, μια γυναίκα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, μορφωμένη και φιλελεύθερη. Δεν πρόκειται για μια οικογένεια “πονηρεμένη”, γι’ αυτό κι εκείνη δεν αντιλαμβάνεται τι μπορεί να συνεπάγεται η σωματικότητα που αναπτύσσει ο ανιψιός όχι μόνο με την κόρη της αλλά και με το γιο της, γιατί υπάρχει στον αέρα μια παράξενη ερωτική αμφιθυμία. Αν και προσπαθεί να έχουν τα παιδιά της κάποιους τρόπους, αυτά είναι λίγο αγρίμια και κάνουν σχεδόν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι, κυρίως επειδή ζούν μέσα στη φύση, πιστεύω. Τη στιγμή που αρχίζει το έργο και γεννιέται το πάθος, είναι Άνοιξη, ένας οργασμός της φύσης μέσα στον οποίο μεθάει ο Άγγελος και ερωτεύεται τη Φωτεινή, ένα πλάσμα κρουστό, κατά κάποιο τρόπο η ίδια η φύση». 

img_6168kokkinosvrahos2_copy.jpg

Γιούλικα Σκαφιδά και Θανάσης Ευθυμιάδης, φωτογραφημένοι στην εξέδρα που οδηγεί νοερά στον Κόκκινο Βράχο.

Στο σκηνικό της Εύας Νάθενα, το ειδυλλιακό περιβάλλον της ζακυνθινής υπαίθρου αποτυπώνεται αφαιρετικά, όμως ο Κόκκινος Βράχος είναι σαν να υψώνεται επιβλητικός πίσω από τις πλάτες των θεατών. Σαν απτή παρουσία, αισθητή σε όλη τη διάρκεια του έργου, είναι και η σκηνοθετική ματιά της Ρούλας Πατεράκη. «Είναι ένας άνθρωπος πολύ ιδιαίτερος, κι αυτό που φτιάχνει είναι ένα σύστημα κλειστό, με πολύ έντονη τη δική της σφραγίδα», λέει ο Δημήτρης Μοθωναίος. «Έχει μια ματιά πολύ ενδιαφέρουσα, σαν να βλέπει από έναν μικρό παραμορφωτικό καθρέφτη, λίγο στρεβλά – και το λέω με απόλυτα θετική έννοια. Εκείνο που ανακαλύπτω και μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι ότι, ενώ ο τρόπος της φαίνεται πολύ αυστηρός, με απόλυτα σαφή όρια για τον ηθοποιό, όταν διαμορφώνεται το σύνολο της παράστασης, σου δημιουργεί μια αίσθηση απίστευτης ελευθερίας. Από τη γενική δοκιμή και μετά, όλο και περισσότερο ξεκαθαρίζει μέσα μου ότι η παράσταση είναι κάτι πολύ περισσότερο από το ανέβασμα ενός έργου του Ξενόπουλου. Δεν έχει κάποιο ακραίο νεωτερισμό, αλλά μια ιδιαιτερότητα η οποία την καθιστά νομίζω ξεχωριστή». Όλοι συμφωνούν. «Νομίζω ότι το θέατρο είναι για κείνη στάση ζωής, από επιλογή της», λέει ο Θανάσης Ευθυμιάδης. «Αυτούς τους ανθρώπους ή τους αποδέχεσαι ή τους αποφεύγεις. Δεν είναι δυνατόν να συνεργαστείς μαζί τους και να μη λειτουργήσεις ανάλογα, αλλιώς θα υπάρξει σύγκρουση. Εμείς όλοι, πραγματικά σεβαστήκαμε το πάθος της για το θέατρο και το ακολουθήσαμε». Στην πρώτη τους συνεργασία μαζί της, τόσο η Ιωάννα Παππά όσο και η Γιούλικα Σκαφιδά δίνουν έμφαση στην εκπαιδευτική διάσταση της δουλειάς της. «Εκτός από μια ιδιαίτερη, θα έλεγα καλλιτεχνική ατμόσφαιρα που τη χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και δημιουργό, έχει μια εξαιρετική ικανότητα διδασκαλίας η οποία είναι χρήσιμη για τον ηθοποιό σε όποια φάση κι αν βρίσκεται υποκριτικά», λέει η πρώτη. «Η πρόβα μαζί της είναι σαν σεμινάριο», προσθέτει η δεύτερη. «Κάθε μέρα έχει να σου αποκαλύψει ένα καινούργιο μυστικό της δουλειάς. Έχει ένα δικό της τρόπο διδασκαλίας, ο οποίος κάποιες φορές μπορεί να είναι “σκληρός”, με την έννοια ότι δεν είναι εύκολο αυτό που σου ζητάει, αλλά καταλαβαίνεις τελικά πόσο πολύ σε βοηθάει. Νιώθω ότι με τη βοήθειά της έχω μεγαλώσει λίγο το οπλοστάσιό μου ως ηθοποιός· θα πάω στην επόμενη δουλειά με περισσότερα εφόδια». Εμπειρότερη όλων, η Θέμις Μπαζάκα είναι λακωνική: «Είναι ευφυής, διανοούμενη, μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα και πολύ σημαντική σκηνοθέτιδα, με ιδιαίτερη άποψη και θέση για την τέχνη και το θέατρο». 

Τι έχει, λοιπόν, να πει ο Κόκκινος Βράχος σήμερα; «Για να είμαι ειλικρινής, εγώ δεν πιστεύω ότι τα έργα πρέπει οπωσδήποτε να λένε κάτι στο σήμερα», απαντάει ο Θανάσης Ευθυμιάδης. «Ας λένε απλώς κάτι για το τότε, ώστε να δούμε για παράδειγμα τη διαφορά που υπάρχει με το σήμερα. Στην εποχή του Ξενόπουλου, δηλαδή έναν αιώνα πριν, βλέπουμε ότι υπήρχε μια κοινωνία πολύ καλλιεργημένη. Άνθρωποι μορφωμένοι που έδιναν προτεραιότητα στο πνευματικό επίπεδο γενικότερα. Αξιοζήλευτη εποχή! Σήμερα κάτι τέτοιο όχι απλώς δεν υπάρχει, αλλά δεν ξέρουμε και αν θα επανέλθει ποτέ. Κι όλα τα μοντέρνα, που έλεγαν κάτι στο σήμερα, πού έφτασαν την πνευματικότητα της Ελλάδας; Κάποιοι ανεβάζουν Σαίξπηρ ή αρχαία τραγωδία και προσπαθούν ντε και καλά να πούνε κάτι στο σήμερα. Εγώ διαφωνώ. Άμα το μυαλό σου είναι ανοιχτό, υπάρχει μια συμπαντική ένωση εσαεί». Για τη Σκαφιδά, η αναβίωση εκείνης της εποχής δείχνει ότι η τέχνη μπορεί πάντα να αποτελέσει μια σανίδα σωτηρίας: «Και στην Ελλάδα του 1915 υπήρχαν οικονομικά προβλήματα, αλλά η τέχνη άνθιζε και ήταν στήριγμα. Σήμερα ζούμε σε μια καθημερινότητα γρήγορων εναλλαγών, με μια αίσθηση υπερπληροφόρησης που είναι τελικά πλασματική. Στην ουσία μένουμε στην επιφάνεια. Η τέχνη θέλει να της δώσεις χρόνο και σημασία, να διεισδύσεις και να δεις σε βάθος. Νομίζω ότι παρασυρθήκαμε σ’ έναν άλλο τρόπο ζωής, αλλά το παιχνίδι δεν έχει χαθεί. Ποτέ δεν είναι αργά να επιστρέψουμε σε κάτι γνήσιο».

Η Θέμις Μπαζάκα και η Γιούλικα Σκαφιδά ήταν προγραμματισμένο να συνεργαστούν φέτος και τηλεοπτικά, επίσης ως μητέρα και κόρη, όμως η σειρά αναβλήθηκε για του χρόνου, λίγες μόλις μέρες πριν από την έναρξη των γυρισμάτων. «Έτσι όπως είναι τα πράγματα, το τι θα γίνει σ’ ένα χρόνο από τώρα μου φαίνεται αβέβαιο», λέει η Γιούλικα. «Κακά τα ψέματα, ένας καλλιτέχνης ένιωθε πάντα ανασφάλεια. Ένας ηθοποιός έπρεπε ούτως ή άλλως να ψάχνει δυο φορές το χρόνο για δουλειά, τώρα όμως είναι πιο δύσκολο. Οι παραγωγές που γίνονται στην τηλεόραση είναι λίγες. Πολλοί έκαναν πράγματα για τα λεφτά, κι αυτό δεν είναι κακό. Το να ζει κάποιος με ανέσεις είναι μια χαρά, το θέμα όμως είναι οι ανέσεις αυτές να μην υποκαθιστούν τις αξίες του». Εκείνοι που θα συναντηθούν και πάλι ως ζευγάρι, και μάλιστα στη σκηνή του Εθνικού, είναι ο Μοθωναίος και η Παππά, που θα έχουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στο έργο Τρωίλος και Χρυσηίδα του Σαίξπηρ. «Είναι κάτι για το οποίο είμαστε πολύ χαρούμενοι», λέει ο Δημήτρης. «Τη σκηνοθεσία θα κάνει ο Λιθουανός Οσκάρας Κορσουνόβας, ο οποίος θεωρείται καταπληκτικός και πολύ πρωτοπόρος». Έτσι θα «τριτώσει» το σκηνικό φλερτ μεταξύ των δύο ηθοποιών, που ξεκίνησε τον περσινό χειμώνα με το τολμηρό Cock, στο Θέατρο Θησείον.

Πίσω στη σκιά του Κόκκινου Βράχου, ο Θανάσης Ευθυμιάδης επανέρχεται σε ό,τι είχε αναφέρει η Θέμις Μπαζάκα για τη δύναμη της φύσης, και διαπιστώνει ότι τελικά το έργο ίσως έχει να πει σήμερα κάτι ακόμα: «Το πώς η φύση επηρεάζει τον άνθρωπο για να γεννηθεί ή έστω να εξελιχθεί ένας πόθος, μια επιθυμία, ένας έρωτας ή οτιδήποτε – κάτι που σήμερα έχει ξεχαστεί. Τα παιδιά πλέον γνωρίζονται, ερωτεύονται και χωρίζουν μέσα από το ίντερνετ και το Facebook. Ίσως η παράσταση ξυπνήσει ένστικτα που δεν έχουν εξαφανιστεί, απλώς λίγο τα έχουμε βάλει στην άκρη, πίσω απ’ την οθόνη του υπολογιστή, πίσω από το κινητό τηλέφωνο που πλέον έχει παραμερίσει τα πάντα. Ίσως τους ξυπνήσει συναισθήματα που μόνο η φύση μπορεί».

* Παραστάσεις μέχρι 11/12, www.n-t.gr/el/events/kokkinosvrahos

 

 

 

 

« ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ