living

/ Good Life /

Το περασμα στην Ινδια

Σαν ταξιδιώτης σε ταινία εποχής, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος περιηγήθηκε την Ινδία καταγράφοντας εικόνες αυθεντικής ομορφιάς και εξαίσιας συνύπαρξης του παρελθόντος με το παρόν, της φύσης με τον άνθρωπο.

O μικρός Άπου περπατάει αμέριμνος στο δάσος, μαζεύει καρπούς, περνάει μέσα από τα ρυάκια και δίπλα από τα δέντρα, μπαίνει στο σπίτι με τις καμάρες ενώ μαζεύει τα ρούχα η μάνα του, καλυμμένη από το σάρι της και με τη χαρακτηριστική βούλα στο μέτωπο. Διέσχιζα την εξοχή του Ρατζαστάν και δεν μπορούσα να μη μεταφερθώ στο σύμπαν του εμβληματικού Πάθερ Παντσάλι, της ταινίας του Σατγιατζίτ Ράι από το 1955, να προσθέσω χρώμα, πολύ χρώμα, και να ακούσω το σιτάρ του εθνικού μελωδού της Ινδίας, Ράβι Σανκάρ. Ο χρόνος δεν έχει αλλοιώσει τη χώρα, την οποία οι κινηματογραφικές μνήμες που είχα από παιδί έκαναν οικεία και κοντινή – η πρώτη ταινία που είδα ήταν το Βιβλίο της Ζούγκλας, με τις περιπέτειες του Μόγλι όπως τις αφηγήθηκε ο Κίπλινγκ και τις αναπαρέστησε η Disney. Αν και ο Μόγλι, ο Μπαλού και ο Μπαγκίρα χόρευαν με τους πιθήκους στους ερημωμένους ναούς της ανατολικής Ινδίας και ο Άπου του Ράι ζούσε στη Βεγκάλη, η αίσθηση που είχα ήταν η ίδια, ειδικά όταν βρέθηκα μέσα σ’ ένα τζιπ στο πάρκο του Ράθαμπορ, λίγο έξω από τις τέντες του Aman-I-Khas, και περίμενα μάταια, επί 4 ώρες, να δω μια από τις 32 τίγρεις που εκείνη τη μέρα δεν μας έκαναν τη χάρη να εμφανιστούν, παρά την αισιοδοξία των οδηγών οι οποίοι διέκριναν αποτυπώματα και μας διαβεβαίωναν πως, μετά από τα σπάνια πτηνά, τις αντιλόπες (τις μεγαλύτερες του είδους, τις λεγόμενες και blue bulls), θα διέκοπταν την ησυχία του τοπίου με το ευγενικό εκτόπισμά τους.

Άποψη του Ρατζαστάν

Η μύηση μου έγινε, φυσικά, στο Δελχί. Η Ρόμπιν, στο Aman New Delhi, μας πρότεινε να κάνουμε μια βόλτα στο κάστρο και μετά να φάμε κάτι εναλλακτικό. Όντως, το Indian Accent στη γαλλική γειτονιά (ένα από τα απομεινάρια της αποικιοκρατίας) συνδύαζε το γαλλικό τυρί με τα μπαχάρια, με τον ίδιο τρόπο που έδενε ένας DJ στα decks το παραδοσιακό φλάουτο ενός μουσικού που έπαιζε με φόντο μια νεόδμητη πολυκατοικία. Τίποτε, ωστόσο, δε συγκρίνεται με μια βόλτα με ποδήλατα, έναντι μικρού αντιτίμου, στην εταιρεία Delhi By-Cycle. Με έναν μπροστάρη οδηγό κι έναν ακόμη ποδηλάτη στα μετόπισθεν, σε περίπτωση που κάποιος από την παρέα χαθεί, ξεκινήσαμε χάραμα Κυριακής που δεν είχε πολύ κόσμο, για να βουτήξουμε στο Παλιό Δελχί. Κάτω από δυνατά ξεσπάσματα βροχής, ασυνήθιστα για τους καλοκαιρινούς μήνες πριν τους Μουσώνες, είδαμε την Αγορά των Λουλουδιών (εκεί απ’ όπου αγοράζουν τα ρόδα και τα γιασεμιά τα ξενοδοχεία και οι ναοί), περάσαμε από τα ραφεία και τα εμπορικά μαγαζάκια και κάναμε στάσεις σ’ ένα παλιό, τεράστιο υδραγωγείο καθώς και στα υπαίθρια πλυντήρια της πόλης, για να καταλήξουμε στα επιβλητικά κτίρια του αρχιτέκτονα Λιούτενς που τώρα είναι το Προεδρικό Μέγαρο με τους 400 κηπουρούς και τα τριγύρω Υπουργεία, μέχρι την Πύλη της Ινδίας όπου καίει η φλόγα, συναντώντας στο δρόμο παιδιά και ενήλικες τρελαμένους με το κρίκετ – όπως μου εξήγησε ο ξεναγός, το φλερτ των Ινδών με το ποδόσφαιρο ήταν βραχύβιο, μέχρι να αφοσιωθούν και πάλι στο μόνο άθλημα που τους χαρίζει παγκόσμιους τίτλους.

054m1099_copy.jpg

Δείπνο στην ύπαιθρο, στο ξενοδοχείο Amanbagh

Το δεύτερο βράδυ συναντήθηκα με τον Aman Nath, ιστορικό, συγγραφέα και hotel developer, ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από την επίβλεψη ενός ακόμη ξενοδοχείου της αλυσίδας Neemrana λίγο έξω από το Δελχί. Με πήγε σε μια αναδρομική έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής, με έργα κυρίως από τη δεκαετία του ’60 και ένθεν, στα εγκαίνια της οποίας παρίσταντο καλλιτέχνες και προσωπικότητες (μια από τις νύφες της Ίντιρα Γκάντι ήταν παρούσα) σε μια περιοχή που θα μπορούσε να είναι το Γκάζι της ινδικής πρωτεύουσας. Με ρώτησε τι θα επιθυμούσα να φάω στο σπίτι του και σκέφτηκα πως το κοτόπουλο θα ήταν η πιο απλή λύση σε μια χώρα όπου το χοιρινό δε συνηθίζεται και το μοσχάρι δεν επιτρέπεται. «Ποιος σου το είπε αυτό;» γέλασε με τη φυσιολογική μου αντίδραση πως η αγελάδα δεν τρώγεται στην Ινδία, προσθέτοντας: «Ό,τι γνωρίζετε γι’ αυτήν τη χώρα ισχύει, αλλά ισχύει επίσης και το αντίθετο!» 

Σκόπευα να αποφύγω το Taj Mahal, κυρίως λόγω της κίνησης μέχρι την πολύβουη και μπελαλίδικη Agra, αλλά και του τουριστικού déjà vu που προκαλεί η αναπαραγωγή του σε καρτ ποστάλ ως ένα από τα μεταγενέστερα θαύματα του παλιού κόσμου. Με αποζημίωσε πλήρως η επίσκεψη στο Μνημείο του Έρωτα – προτιμώ να το ονομάζω έτσι, παρά μαυσωλείο, μιας και ο όρος παραπέμπει στον Μαύσωλο, έναν σατράπη που εγκαινίασε το στυλ των επικών τάφων.  

Το μάρμαρο είναι συγκλονιστικής διαφάνειας, το ίδιο και οι πέτρες που σχηματίζουν λωτούς και άλλα λουλούδια στο εσωτερικό. Η άγνωστη βορεινή πλευρά βλέπει σ’ ένα ποτάμι, αλλά και στο μικρό κάστρο όπου ο σφετεριστής γιος φυλάκισε τον πατέρα του, ο οποίος από τα δάκρυα του μεγάλου καημού του τυφλώθηκε. Οι τέσσερις πύργοι που το πλαισιώνουν χτίστηκαν γέρνοντας προς τα έξω, ώστε σε περίπτωση σεισμού να μην καταπλακώσουν το μνημείο. Η γαλήνη που αναδίδει συναγωνίζεται την πάλλευκη τελειότητά του – μια ακόμη εντυπωσιακή πολιτιστική διαθήκη, μαζί με τα πολυάριθμα κάστρα και τα έργα τέχνης που άφησαν οι Moghuls στο πέρασμά τους από την Ινδία πριν από μερικούς αιώνες.

απόσταση από την Agra μέχρι το Amanbagh δεν είναι μεγάλη, αλλά η διαδρομή μεγεθύνεται από τα συνεχή έργα στον εθνικό δρόμο. «Τρία πράγματα χρειάζεσαι στην οδήγηση», μας είπε χαριτολογώντας ο Σασάνκ από το Aman Delhi: «Καλό κλάξον, καλά φρένα και καλή τύχη!» Τα καρναβαλίστικα φορτηγά έγραφαν σχεδόν όλα στο πίσω μέρος τους «Blow Horn» και η παραίνεση τηρούνταν κατά γράμμα. Οι συνεχείς κόρνες δεν οφείλονταν σε οδικό εκνευρισμό αλλά σε μια συνήθεια προειδοποίησης, σαν ένα αντανακλαστικό σινιάλο παρουσίας. Τα οχήματα έξυναν το ένα το άλλο αλλά τα ατυχήματα αποφεύγονταν ως εκ θαύματος. Δεν είναι μεταφυσική, ωστόσο, η πρακτική συνεργασία ενός λαού που έχει μάθει να δουλεύει ομαδικά με ό,τι μέσο διαθέτει. Ο δρόμος είναι απόλαυση και ο πιο μεγάλος δάσκαλος για έναν αρχάριο στην Ινδία: αξέχαστες εικόνες στοιχίζονται από έναν κόσμο που θεωρητικά έχει περάσει ανεπιστρεπτί αλλά παραδόξως είναι ακόμη εδώ, ορμητικός σαν ένα ποτάμι ζωής που ξεχύνεται από παντού. Όπως μου είχε πει ένας φίλος, δεν είσαι πολιτισμένος αν δεν έχεις επισκεφθεί την Ινδία. Παρακολουθώντας την καθημερινότητα και την ιστορία της από ένα παράθυρο αυτοκινήτου, τα λόγια του επιβεβαιώθηκαν.

Φεύγοντας από την ένταση του Ουντάν Πραντές, μπαίνουμε στο ειδυλλιακό τοπίο του Ρατζαστάν, γη σαφώς πιο αραιοκατοικημένη, μια εναλλαγή από κάμπους, χωράφια με υψικαμίνους όπου ψήνονται τούβλα, αγρούς κατακίτρινους από το στάρι και ήσυχη αλλά ποτέ συμμετρική χλωρίδα. Το Amanbagh είναι η όαση στη μαγική ερημιά, το μέρος που κάποτε οι μαχαραγιάδες κυνηγούσαν.

Το επόμενο πρωινό, στην πισίνα μπροστά στο δωμάτιό μου κολυμπούσαν, έκαναν μακροβούτι, έπιναν νερό και έπαιζαν μαϊμούδες Macache – αυτές που κυκλοφορούν και στα χωριά και συνηθίζουν να αρπάζουν μικροαντικείμενα και να τα στοιβάζουν περήφανες στα λημέρια τους. Έξω από το resort πόζαραν οι langore, μια σαφώς πιο φιλική και ήρεμη ράτσα πιθήκων, ασπρόμαυροι και όμορφοι, κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους. Η βόλτα στα ερείπια των ινδουιστικών ναών, ανάμεσα στα χωράφια, περιλαμβάνει γεύμα στη λίμνη Mansarovar, μέσα σ’ ένα βαρκάκι (shikara) όπου μπορείς να παρακολουθήσεις σπάνια είδη πτηνών, και δείπνο στο pavilion (chattri) όπου ο μαχαραγιάς συνήθιζε να δεξιώνεται τους ξένους που έρχονταν από τη Δύση. Η αναπαράσταση στο φως του φεγγαριού πήρε μια διάσταση εξόχως ρομαντική, καθώς ντύθηκα με το9 μέτρων, έντεχνα τυλιγμένο safa στο κεφάλι και την kurta pyjama, ανέβηκα στην καμήλα για να μεταφερθώ στο χρόνο με τη βοήθεια του σιτάρ, ευτυχώς χωρίς φολκλορικές επιπτώσεις.

Εντελώς διαφορετικό σκηνικό στη γειτονική Τζαιπούρ: αποχρώσεις του κόκκινου στους δρόμους και τα κτίρια, πολυκοσμία στο παζάρι, και απαραίτητη στάση για μια ματιά στα κοσμήματα του κλασσικού Gem Palace, όπου ακριβώς δίπλα μας, ντυμένοι σαν χαλαροί gypsetters,  ψώνιζαν ο Πιερ Κασιράγκι με την Ευγενία Νιάρχου (η οποία δεν κατάλαβε τα ελληνικά της παρέας μας) και την κολλητή της φίλη Τατιάνα Σάντο Ντομίνγκο. Στην Τζοντπούρ, τη γαλάζια πόλη με το επιβλητικό κάστρο Μεχεράνγκαρ από το 1459, δεσπόζει ένα εκπληκτικό ξενοδοχείο, το Umaid Bhawan Palace της αλυσίδας Taj, ένας lush φόρος τιμής στο ευρωπαϊκό art deco, παραγγελία του μαχαραγιά (21 ετών πρίγκιπας το 1943), ο οποίος προσέλαβε τον Βρετανό αρχιτέκτονα Χένρι Λάντσεστερ για να ενσωματώσει την παραδοσιακή rajputana αισθητική στην πολυτελή τάση της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι μια υψηλού γούστου ακρόπολη, ένα μοναδικό, διαχρονικό κράμα των καλύτερων στοιχείων της Αγγλίας και της Ινδίας, με άμωμους κήπους, ξεχωριστές σουίτες του μαχαραγιά και της μαχαρανής, με αντίστοιχες ανδρικές και θηλυκές λεπτομέρειες στη διακόσμηση και τα βαρύτιμα έπιπλα. Ένα πρωινό δοκίμασα γιόγκα σε μια γωνιά του κήπου, κάτω από ένα δέντρο, και ο δάσκαλος μου κατηύθυνε το μυαλό σε δυο απλές ασκήσεις: να βγάλω αυτόματα όλες τις σκέψεις και αμέσως να τις απωθήσω, κρατώντας μόνο μια. Το επανέλαβα δυο φορές και, αν και απορροφημένος, αντιλήφθηκα τη φωνή του να έρχεται από διαφορετικές μεριές, σα να περπατούσε γύρω μου. Όταν άνοιξα τα μάτια, κατάλαβα τι είχε συμβεί: είχε εμποδίσει με την αργή κίνησή του τα περιστέρια και τα παγώνια από το να διακόψουν το διαλογισμό. Ωστόσο, δεν είχα τον τρόπο να αδειάσω ψυχικά για να φτάσω εκεί που καταδύονται οι πεπειραμένοι στη γιόγκα. Η σκέψη που ασυνείδητα ξεχώρισα δεν ήταν παρά μια έντονη επιθυμία. Να ξανάρθω στο Ρατζαστάν. Με αυτή την ανάμνηση έφυγα, χωρίς να χαιρετήσω επίσημα έναν τόπο που είμαι σίγουρος πως έχω ξαναδεί, σαν σε ταινία εποχής.

* www.amanresorts.com, www.tajhotels.com